Scroll to top

Το ελληνικό ελαιόλαδο

Ο κλάδος της παραγωγής ελαιολάδου

Ανά την Ελλάδα

Ο κλάδος παραγωγής του ελαιολάδου είναι από τους πλέον δυναμικούς της ελληνικής οικονομίας και ένας από τους ελάχιστους που στην περίοδο κρίσης διατηρεί τα μεγέθη του με σημαντικές εξαγωγικές δυνατότητες. Το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την αγορά του ελαιολάδου αφορά κυρίως μία σειρά κανονισμών που οι σημαντικότεροι είναι ο κανονισμός (ΕΕ) αριθμ. 61/2011 της Επιτροπής που σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθμ. 2568/91 διέπει τα χαρακτηριστικά των ελαιόλαδων, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθμ. 1234/2007 του Συμβουλίου που διέπει το καθεστώς της ΚΟΑ, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθμ. 510/2006 του Συμβουλίου περί ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντων και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθμ. 865/2004 του Συμβουλίου περί ΚΟΑ.

Η συμβολή του κλάδου στην ελληνική οικονομία είναι σημαντική πρωτίστως για την απασχόληση (κύρια ή συμπληρωματική) με περισσότερες από 450.000 αγροτικές οικογένειες, ενώ η ελαιοκαλλιέργεια καλύπτει το 20% της χρησιμοποιούμενης αγροτικής έκτασης της χώρας και η συμμετοχή του ελαιολάδου στο αγροτικό ΑΕΠ ανέρχεται σε 8-10% ετησίως, ενώ η συμμετοχή του στις συνολικές εξαγωγές είναι περίπου 1,5% – Αποτελεί βασικό συστατικό της διατροφής των Ελλήνων (4,2% της συνολικής δαπάνης για τρόφιμα και περισσότερο από 5,5% αν λάβουμε υπόψη την ιδιοκατανάλωση). Η ελαιοκαλλιέργεια έχει για τη χώρα μας τεράστια κοινωνική και περιβαλλοντική σημασία αφού συμβάλλει καθοριστικά στη βιωσιμότητα μειονεκτικών περιοχών με διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, στη προστασία των εδαφών και στη διατήρηση του φυτικού κάλλους του ελληνικού τοπίου.

Στην εγχώρια αγορά το 45% της παραγωγής αυτοκαταναλώνεται, το 25% αφορά την κατανάλωση επιχειρήσεων εστίασης, ξενοδοχείων, νοσοκομείων κλπ ενώ το 30% διατίθεται μέσω της λιανικής στους τελικούς καταναλωτές. Η διαθέσιμη ποσότητα στους καταναλωτές αφορά κατά 45% επώνυμα προϊόντα (branded) και κατά 55% μη επώνυμα σε “τενεκέ”. Τα προϊόντα ελαιολάδου ιδιωτικής ετικέτας των S/M καλύπτουν σήμερα το 25-28%. Η κατανάλωση αφορά 50% σε ελαιόλαδο, το 33% σε έξτρα παρθένο ελαιόλαδο και το 17% σε πυρηνέλαιο ή ραφινέ.

Οι μέσες τιμές βρίσκονται στο επίπεδο των 5,54€/λίτρο, της ιδιωτικής ετικέτας 4,7€/λίτρο, ενώ οι τιμές παραγωγού για ελαιόλαδο χαμηλής οξύτητας (<0,5%) είναι σήμερα περίπου 2,1-2,25€/kg.

Στην παραγωγή ελαιολάδου δεν υπάρχουν θεαματικές εξελίξεις με αποτέλεσμα η αύξηση της παραγωγής να οφείλεται στις νέες φυτεύσεις ελαιόδενδρων και όχι στην αύξηση της απόδοσης ανά δένδρο, που κυμάνθηκε από 2,2kg/δένδρο τη δεκαετία του ‘70, ανήλθε στα 2,6kg/δένδρο στις δύο επόμενες δεκαετίες, 3,4kg/δένδρο τη δεκαετία του 2000 ενώ την τελευταία δεκαετία η απόδοση είναι περίπου στα 2,7kg/δένδρο. Οι καταστροφικές πυρκαγιές του 2007 στην Πελοπόννησο επηρέασαν σημαντικά την παραγωγή (30-50.000 τόνοι).

Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία του ΥπΑΑ&Τ της τελευταίας δεκαετίας ο μέσος αριθμός δένδρων είναι 133,6 εκατ., η μέση παραγωγή ελαιολάδου 355,3 χιλ. τόνοι και η μέση ακαθάριστη αξία της παραγωγής είναι 876 εκατ. € με τις μέσες επιδοτήσεις του κλάδου να είναι 540 εκατ. € περίπου.

Η διάρθρωση του κλάδου είναι 450 χιλιάδες αγροτικές οικογένειες, τεράστιος αριθμός ιδιωτών που διαθέτουν κάποιο μικρό ελαιώνα και μικρές ποσότητες για αυτοκατανάλωση, 220 ελαιοτριβεία, 35 πυρηνελουργεία, 260 μεταποιητές – συσκευαστές και αρκετές εμπορικές επιχειρήσεις ή έμποροι.

Υπάρχει μεγάλη γεωγραφική συγκέντρωση στον κλάδο με την Κρήτη και την Πελοπόννησο να παράγουν τα 2/3 της παραγωγής, με τη Στερεά Ελλάδα το 8,8% και τα νησιά του Ιονίου το 7% (μέσος όρος τελευταίας 8ετίας.

Τα 3/4 των ελαιοτριβείων είναι ατομικές επιχειρήσεις ή ομόρρυθμες εταιρείες, το 20,4% είναι συνεταιριστικά ενώ μόλις το 4% είναι εταιρείες ΕΠΕ & ΑΕ. Στην Πελοπόννησο βρίσκονται 776 ελαιοτριβεία (36,1%), στην Κρήτη 551 (25,6%), στη Στερεά Ελλάδα 282 (13,1%). Ο αριθμός τους υποδιπλασιάστηκε τα τελευταία 25 χρόνια ενώ η μέση παραγωγή τους είναι περίπου στους 150 τόνους γεγονός που καθιστά τα περισσότερα από αυτά προβληματικά όσο αφορά τη βιωσιμότητά τους.  Το 85% περίπου των πωλήσεων ραφιναρισμένου πυρηνελαίου ελέγχεται από δύο επιχειρήσεις (ΜΙΝΕΡΒΑ, ΑΓΡΟΤΙΚΗ). Το 34% των τυποποιητικών μονάδων βρίσκεται στην Πελοπόννησο, το 28% στην Κρήτη, ενώ στην Αττική και στη Δυτική Ελλάδα είναι από 7% αντίστοιχα. Τα μερίδια αγοράς τυποποιημένου ελαιολάδου κατά την περίοδο 2009/10 είναι η Ελάνθη ΑΒΕΕ (Ελαϊς) 34%, ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΕ 20,5% και έπονται οι συνεταιριστικές οργανώσεις Πεζών, Ρεθύμνης, Λέσβου, Λακωνίας, Μεσσηνίας με συνολικό μερίδιο 25%.

Τα κύρια προβλήματα του κλάδου εντοπίζονται στο κόστος παραγωγής και στην προώθηση των προϊόντων στις διεθνείς αγορές.

Το μέσο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων είναι μικρό (περίπου 16 στρ), με το 82% του συνόλου να έχουν έκταση μικρότερη των 100 στρεμμάτων, έναντι 30,45 αυτού στην Ισπανία, 36,2% στην Πορτογαλία και 65,5% στην Ιταλία (Eurostat και ΕΛΣΤΑΤ).

Σε σχέση με την Ισπανία υστερούμε στην πυκνότητα των δένδρων όπου κυριαρχούν οι εντατικές και υπερεντατικές φυτεύσεις, στην μηχανοποιημένη συγκομιδή άρα και στην παραγωγικότητα της εργασίας (1 προς 3) με αποτέλεσμα το χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Μελέτη της Agrosynergie αποκάλυψε ότι στη χώρα μας η ελαιοκαλλιέργεια είναι εντατικής εργασίας με 0,34 ΜΑΕ/ΗΑ σε σχέση με την Ιταλία 0,14 ΜΑΕ/ΗΑ και την Ισπανία 0,13 ΜΑΕ/ΗΑ, ενώ το κόστος εισροών είναι πολύ υψηλό 1082 €/ΗΑ έναντι 807 €/ΗΑ στην Ιταλία και μόλις 382 €/ΗΑ στην Ισπανία . Παρόλα αυτά η προστιθέμενη αξία εκμετάλλευσης (Valeur ajoutee nette d’ exploitation) είναι καλύτερη στη χώρα μας συγκριτικά με την Ισπανία και την Ιταλία από χρησιμοποιούμενη αγροτική επιφάνεια.

Η αδυναμία προώθησης επώνυμων προϊόντων στις διεθνείς αγορές αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα του κλάδου αφού το υψηλότερο κόστος θα μπορούσε να αντισταθμιστεί από την καλύτερη ποιότητα του ελληνικού ελαιόλαδου συγκριτικά με τους ανταγωνιστές.

Άλλα προβλήματα του κλάδου είναι η χαμηλή καθετοποίηση της παραγωγής με συνέπεια τα χαμηλά περιθώρια κέρδους στα ενδιάμεσα στάδια, το χαμηλό τεχνολογικό και οργανωτικό επίπεδο, η ανεξέλεγκτη διακίνηση χύμα προϊόντων και προβλήματα ρύπανσης από τις μονάδες επεξεργασίας. Μόλις το 22% των ελαιοτριβείων λειτουργούν πάνω από 100 μέρες σύμφωνα με την ΕΔΟΕΕ ενώ το 45,2% των ελαιοτριβείων απασχολεί έως 3 άτομα με μόλις το 20,7% πάνω από 10 άτομα ενώ το 95% των απασχολούμενων είναι ανειδίκευτοι.

Χρησιμοποιώντας αναλύσεις νεκρού σημείου (breakeven point) προκύπτει ότι ένα ελαιοτριβείο είναι βιώσιμο με τουλάχιστον 252 τόνους, επίπεδο που είναι δύσκολο να προσεγγιστεί από τα περισσότερα ελαιοτριβεία της χώρας (Κρήτη 318 τόνοι, Πελοπόννησος 177 τόνοι, σύνολο Ελλάδας 199 τόνοι). Η μέση παραγωγή ανά ελαιοτριβείο στην Ισπανία είναι 787 τόνοι ενώ η Ιταλία βασίζεται σε brands μικρών παραγωγών και μόνο 103 τόνους μέση παραγωγή ανά ελαιοτριβείο.

Οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές δεν είναι ιδιαίτερα θετικές αλλά οι μεσοπρόθεσμες είναι ιδιαίτερα θετικές λόγω υψηλής ποιότητας του ελληνικού ελαιόλαδου, των δυνατοτήτων ανάπτυξης βιολογικών καλλιεργειών αλλά κυρίως λόγω της ποιοτικής μεταστροφής της κατανάλωσης στις μεγάλες αγορές του εξωτερικού. Οι προοπτικές της ζήτησης είναι εξαιρετικές κυρίως στις αγορές των παραδοσιακών αγορών όπου παρατηρείται στροφή στην ποιότητα και αύξηση της κατανάλωσης ελαιόλαδου λόγω της αναγνώρισης των πλεονεκτημάτων της μεσογειακής διατροφής. Θετικές προοπτικές υπάρχουν σε νέες αναδυόμενες αγορές όπου εύπορα τμήματα του πληθυσμού αναπτύσσουν εκλεπτυσμένα και υγιεινά μοντέλα διατροφής.

Η ποιότητα του ελληνικού ελαιόλαδου είναι υψηλή με μοναδική γεύση και άρωμα, με το 75-80% της παραγωγής να είναι εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο έναντι του 50% της Ιταλίας και του 35% της Ισπανίας.

Το ελαιόλαδο καλύπτει μόνο το 2% της παγκόσμιας κατανάλωσης φυτικών ελαίων και οι ωφέλειες από την κατανάλωση του είναι άγνωστες για το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. Η ζήτηση του ελαιολάδου θα έχει θετική τάση >3% λόγω αύξησης κατά 30% της κατανάλωσης φυτικών ελαιών από τον αυξανόμενο παγκόσμιο πληθυσμό.

Ελαιοκαλλιέργεια στη Σητεία

Η ελαιοκαλλιέργεια είναι διαχρονικά δεμένη με το παρελθόν ολόκληρης της Κρήτης.

Συγκεκριμένα στην περιοχή της Σητείας η καλλιέργεια της ελιάς είναι η σημαντικότερη καλλιέργεια. Σ’ αυτό συνετέλεσε τόσο η μορφολογία του εδάφους όσο και η έντονη έλλειψη νερού. Υπάρχουν περίπου 2.500.000 περίπου ελαιόδεντρα που καλύπτουν έκταση 65.000 στρεμμάτων δηλαδή το 78% των δενδρωδών καλλιεργειών και το 32,5% της συνολικής γεωργικής γης.

Η παραγωγή ελαιολάδου ανέρχεται ετησίως περίπου σε 9.000- 10.000 περίπου τόνους, είναι δε στο σύνολό του εξαιρετικά παρθένο με πολύ καλά φυσικοχημικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά και για τους λόγους αυτούς έχει ήδη καταχωρισθεί ως προϊόν ΠΟΠ.

Το ελαιόλαδο ΠΟΠ Σητεία Λασιθίου Κρήτης παράγεται αποκλειστικά και μόνο από τους καρπούς της ποικιλίας “Κορωνεϊκη” από ελιές που βρίσκονται αποκλειστικά στην οριοθετημένη ζώνη και στις οποίες εφαρμόζεται σειρά καλλιεργητικών φροντίδων όπως λίπανση, κλάδεμα, άρδευση, προστασία από εχθρούς και ασθένειες, κλπ. που σε συνδυασμό με τις εδαφοκλιματικές ιδιαιτερότητες του τόπου και την παράδοση αιώνων δίνουν ένα μοναδικό τελικό προϊόν.

Πρόκειται για ένα ελαιόλαδο ξεχωριστό και ιδιαίτερο που σε σχέση με άλλα ελαιόλαδα ποικιλίας Κορωνέικης παρουσιάζει μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε στερόλες και υψηλότερα ποσοστά λινελαϊκού οξέος και μικρότερα ελαιϊκού τα οποία επηρεάζονται από τις υψηλές θερμοκρασίες της περιοχής.

Ελαιοκαλλιέργεια στους Πεύκους Σητείας

Στο παρελθόν οι κάτοικοι των Πεύκων ζούσαν από την κτηνοτροφία και λιγότερο από την γεωργία.

Η παρουσία της σ’ αυτό χάνεται στα βάθη του χρόνου. Συνδέεται στενά με την Μυθολογία, την Ιστορία, την Παράδοση, την Θρησκεία, την Τέχνη, αλλά και την Κοινωνική και Οικονομική ζωή των κατοίκων του νησιού από τότε που ο πολιτισμός τους αφήνει τα ίχνη της παρουσίας του στο νησί. Μετά την επανάσταση του 1897 άρχισε η αποχώρηση των Τούρκων και οι περιουσίες τους πέρασαν σιγά σιγά στα χέρια των ντόπιων. Το 1925 είχαν εντελώς εγκαταλείψει τον τόπο και όλες οι περιουσίες τους περιήλθαν στους χριστιανούς κατοίκους του χωριού ως ανταλλάξιμες και με αγορές. Το 1936 η δικτατορική κυβέρνηση του Μεταξά είχε ρίξει το σύνθημα: ούτε μία σπιθαμή γης να μην μείνει ακαλλιέργητη και επιδοτούσε τη φύτευση και την καλλιέργεια της ελιάς.

Από τότε αρχίζει η ανάπτυξη της γεωργίας στο χωριό, όλη η χέρσα νότια και νοτιοανατολική περιοχή των Πεύκων εκχερσώθηκε και καλλιεργήθηκε με χιλιάδες ελαιόδεντρα. Πρωτοπόρος ο Θεοφάνης Εμμ. Καναβάκης, φύτεψε και καλλιέργησε τα περισσότερα ελαιόδεντρα, κυρίως στις περιοχές των Καψαλίων και τη Λαγκάδα. Κοντά σε μικρή πηγή στο ρυάκι “Κερατιά Λάγκο” έχτισε δύο στέρνες και από αυτές πότιζε μεγάλη έκταση από τις καλλιέργειες του. Τον ακολούθησαν και άλλοι κάτοικοι των Πεύκων και έτσι με ζήλο και προσπάθεια ανάλογη προς τις ικανότητες τους φυτεύτηκε και καλλιεργήθηκε έκταση μεγαλύτερη από 15.000 στρέμματα από τα οποία παράγονται σήμερα 180 περίπου τόνοι ελαιόλαδου έναντι των 15 της αρχικής παραγωγής τους.

Ελαιοκαλλιέργεια στη Ζάκρο

Οι ήπιες κλιματολογικές συνθήκες της Ζάκρου ευνοούν την καλλιέργεια της ελιάς από την αρχαιότητα.

Η καλλιέργεια της ελιάς γίνονταν στην περιοχή από τα Μινωικά χρόνια. Στον πάτο πηγαδιού γεμάτου με νερό που βρέθηκε στην Κάτω Ζάκρο κατά τις ανασκαφές του Μινωικού ανακτόρου, μέσα σε σκεύος βρέθηκαν ελιές τόσο καλά διατηρημένες λες και κόπηκαν τότε από το δέντρο, οι οποίες μόλις εκτέθηκαν στον αέρα όμως, ζάρωσαν και αποξηράνθηκαν. Από την Κάτω Ζάκρο που ήταν και το κυριότερο λιμάνι της Μινωικής Κρήτης έφευγαν τα πλοία που μετέφεραν το Κρητικό λάδι σ’ όλη την Ανατολική Μεσόγειο (Αίγυπτο, Συρία, Μικρά Ασία) όπου και ανταλλάσσονταν με άλλα προϊόντα. Οι πολύτιμες εμπειρίες των γενεών στην ελαιοκομία σφυρηλατήθηκαν στον πέρασμα των αιώνων. Αρχαία ελαιοτριβεία, διάσπαρτες λαξευμένες μυλόπετρες, υποτυπώδη πιεστήρια, σφραγίζουν τη συνέχεια της παραγωγής λαδιού στην περιοχή. Κάτω από ιδανικές κλιματολογικές και εδαφικές συνθήκες το τοπίο κατακλύζεται από ποτιστικούς καρποφόρους ελαιώνες κορωνέικης ποικιλίας.

Η ευρύτερη περιοχή της Ζάκρου έχει περίπου 10.000 στρέμματα με ελιές και καλλιεργεί 260.000 ελαιόδενδρα. Η γεωμορφολογία της περιοχής είναι ιδανική για την καλλιέργεια της ελιάς και επιτρέπει την παραγωγή άριστης ποιότητας ελαιολάδου. Είναι σχετικά αποκομμένη από τις γύρω περιοχές, περικλείεται από βουνά, βρίσκεται σε ιδανικό υψόμετρο 200-250 μέτρων από τη θάλασσα, τα εδάφη είναι ως επί το πλείστο ασβεστολιθικά και το μικροκλίμα είναι ξηροθερμικό με ζεστά-ξηρά καλοκαίρια και ήπιους χειμώνες και διαθέτει αξιόλογες πηγές για την άρδευση των ελαιώνων με άριστης ποιότητας νερό.

Οι ελιές που καλλιεργούνται είναι αποκλειστικά από την ποικιλία «κορωνέικη», που είναι άριστα προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες. Η περιοχή της Ζάκρου παράγει κατά μέσο όρο 4.000.000 κιλά ελαιόκαρπου ή 850.000 κιλά έξτρα παρθένου ελαιολάδου σε πολύ χαμηλές οξύτητες 0,17 – 0,30% με άριστα οργανοληπτικά και χημικά χαρακτηριστικά.

Το λάδι του Ρεθύμνου

Η ιστορία της Κρήτης είναι στενά συνδεδεμένη με το δέντρο της ελιάς.

Ήδη από τα μινωικά χρόνια, όπως έχει αποδειχθεί από τα αρχαιολογικά ευρήματα της Κνωσού, γινόταν επεξεργασία του καρπού της ελιάς και παραγόταν λάδι που αποθηκευόταν σε πήλινους πίθους και αμφορείς και συχνά εξάγονταν στα νησιά του Αιγαίου και την κεντρική Ελλάδα. Tο μεσογειακό κλίμα του νησιού και η σύσταση του εδάφους ευνοεί την ανάπτυξη της ελιάς που φύεται τόσο σε πεδινές όσο και σε ορεινές περιοχές εξασφαλίζοντας το φίνο άρωμα και την υπέροχη γεύση του κρητικού ελαιολάδου, καθιστώντας το προϊόν υψηλής ποιότητος με διεθνή αναγνώριση.

Εκατομμύρια ελαιόδεντρα αποτελούν την βασική απασχόληση χιλιάδων οικογενειών που βασίζουν την οικονομική τους ζωή στην καλλιέργειά τους. Ο νομός Ρεθύμνης είναι κατάφυτος από ελιές και η παραγωγή ελαιολάδου αποτελεί μια από τις βασικές ασχολίες των κατοίκων. Τα είδη που καλλιεργούνται είναι κυρίως χοντρολιές, κορωνέικες και λιγότερο τσουνάτες. Από τα δέντρα αυτά παράγεται εκλεκτής ποιότητας ελαιόλαδο καθώς βρώσιμες ελιές. Ο περίφημος ελαιώνας του Άδελε στο Δήμο Αρκαδίου, σε μια τεράστια πεδινή και ημιορεινή έκταση, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους της Μεσογείου. Το παραδοσιακό και ιστορικό χωριό Άδελε βρίσκεται σε ένα κατάφυτο κάμπο με ελιές και οπωροφόρα δέντρα. Έχει 435 μόνιμους κατοίκους και απέχει 9 χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο.

Η μακροχρόνια και στενή σχέση της περιοχής, αλλά και ολόκληρου του Ρεθύμνου και της Κρήτης με την ελιά και το λάδι αποτυπώνεται περίτρανα στο Μουσείο της Ελιάς στα Καψαλιανά, δίπλα στο χωριό Άδελε. Πρόκειται για ένα οικισμό που αποτελούσε μετόχι της Ι. Μ. Αρκαδίου. Εκεί βρισκόταν ο ελαιόμυλος του μοναστηριού που μαζί με άλλα κτίσματα οικοδομήθηκε στο τέλος του 16ου και στις αρχές του 17ου αι. Ο οικισμός είναι διατηρητέος και σήμερα έχει αναστηλωθεί και συντηρηθεί σχεδόν εξολοκλήρου.